Ο κύριος Μανουέλ* δεν είναι πια μαζί μας
Παγκόσμια Ημέρα Προσφύγων 2026: Στη μνήμη ενός ανθρώπου που δεν αποτελούσε «πρόσωπο ιδιαίτερου ενδιαφέροντος»
Για την Παγκόσμια Ημέρα Προσφύγων, στις 20 Ιουνίου, η RSA δημοσιεύει την ιστορία του κυρίου Μανουέλ*, ενός ανθρώπου που έφτασε σε νησί του Αιγαίου το 2019 διαφεύγοντας από ένοπλες συγκρούσεις και τη βία, και έζησε εγκλωβισμένος εκεί για πάνω από έξι χρόνια. Πρόσφατα, έδωσε τέλος στη ζωή του στην Κλειστή Ελεγχόμενη Δομή του νησιού, αφού το αίτημά του για διεθνή προστασία είχε απορριφθεί τέσσερις φορές, χωρίς ποτέ να αναγνωριστεί ουσιαστικά η ευαλωτότητά του. Η RSA, που τον εκπροσώπησε νομικά για τα τελευταία χρόνια της ζωής του, μιλά σήμερα για τον άνθρωπο και την ιστορία του.
«Ο κύριος Μανουέλ*, που έδωσε τον δικό του αγώνα για πάνω από 6 χρόνια παλεύοντας με τα προσωπικά του τραύματα και με την άρνηση και αμφισβητηση των αρχών ασύλου, μας θυμίζει τις δραματικές συνέπειες των πειραματικών πολιτικών που ακολουθηθηκαν στην Ελλάδα μετά τη συμφωνία/δηλωση ΕΕ-Τουρκίας και το ‘μοντέλο των hotspots’. Ένα μοντέλο που εισήγαγε καθεστώτα εξαίρεσης από κατοχυρωμενα δικαιωματα και το οποίο εφαρμόζεται εκτοτε συστηματικά στην Ελλάδα μέχρι σήμερα, ενώ πλέον εξάγεται ως πρότυπο για το Ευρωπαϊκό Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Άσυλο που τέθηκε σε εφαρμογή αυτόν τον Ιούνιο.
Μας θυμίζει επισης τραγικά το αδιεξοδο της αντίληψης που αντιμετωπιζει τους προσφυγες όχι ως άτομα ευάλωτα που χρήζουν προστασίας αλλά ως άτομα που πρέπει να αποθαρρυνθούν από το να αναζητήσουν προστασία στην Ευρώπη, να ‘αποτραπούν’ ή εν τέλει να εξαναγκάστουν να την εγκαταλείψουν ακόμα και όταν δεν έχουν πουθενά αλλού να πάνε.»
Ελένη Βεληβασάκη, δικηγόρος στην RSA
Σημείωμα του Λειτουργού της τοπικής καθολικής εκκλησίας
"Η εμπιστοσύνη του Μανουέλ* προδόθηκε από το σύστημα"
Έμαθα ότι ο Μανουέλ* είχε αυτοκτονήσει ένα Κυριακάτικο πρωί. Αφρικανοί Χριστιανοί από το καμπ συμμετέχουν στις λειτουργίες στην εκκλησία μας. Κάποιος από την κοινότητά μας είχε επιστρέψει στο καμπ και ανακάλυψε τη σορό του. Ο Μανουέλ* συνάντησε τους άλλους Αφρικανούς Χριστιανούς που έχουμε θάψει εδώ. Αυτοί οι θάνατοι θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί. Αυτοί οι άνδρες, γυναίκες και παιδιά που πνίγηκαν στη θάλασσα ενώ περνούσαν από την Τουρκία προς το νησί μας. Εκείνος ο ήσυχος νεαρός που επέζησε από ένα ναυάγιο, μόνο για να δεχτεί επίθεση και να μαχαιρωθεί μέχρι θανάτου καθώς η βία κλιμακωνόταν παράλληλα με τον υπερπληθυσμό στο καμπ. Ένα βρέφος σε κίνδυνο που εμποδίστηκε να λάβει άμεση ιατρική βοήθεια στην παραλία όπου είχε αποβιβαστεί η οικογένειά του. Άνδρες, γυναίκες και παιδιά που αντιμετώπισαν επείγουσες ιατρικές ανάγκες αλλά δεν μπόρεσαν να λάβουν έγκαιρη βοήθεια καθώς οι συνθήκες δεν επέτρεπαν στους γιατρούς να βρίσκονται στο καμπ μετά τη δύση του ηλίου. Αυτοί οι θάνατοι δεν ήταν σε καμία περίπτωση αναπόφευκτοι, και αρνούμαι να πιστέψω ότι ο θάνατος του Μανουέλ* δεν θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί.
Πιστεύω απόλυτα ότι τα βάσανα του Μανουέλ* στη χώρα του και στην Τουρκία ήταν ακραία. Υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας του βίαιου θανάτου αγαπημένων του προσώπων και αναγκάστηκε να φύγει για να σώσει τη ζωή του, αφήνοντας πίσω τη γυναίκα και τα παιδιά του. Υπέστη σοβαρή κακοποίηση στην Τουρκία πριν πραγματοποιήσει το επικίνδυνο ταξίδι προς την Ελλάδα. Είχε ήδη υποστεί βαθύ τραύμα και αντιμετώπιζε προβλήματα ψυχικής υγείας.
Αναρωτιέμαι γιατί κάποιος που διέφυγε τον κίνδυνο και τη βία αναζητώντας ασφάλεια να τεθεί σε μια κατάσταση περαιτέρω ευαλωτότητας, όπου η ψυχική του υγεία δεν θα μπορούσε παρά να επιδεινωθεί περισσότερο. Όταν ο Μανουέλ* έφτασε στην Ελλάδα, ήρθε αντιμέτωπος με την αθλιότητα, τη βία, τον φόβο και εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες στο χάος του πρώτου καμπ, όπου επικρατούσαν συνθήκες ζούγκλας, και στο οποίο «στεγάστηκε». Πέρασε χρόνια εκεί. Το άγχος των συνθηκών διαβίωσης ενέτεινε το άγχος της αβεβαιότητας για το μέλλον. Ένα αβέβαιο μέλλον θα συνέχιζε να τον βασανίζει βαθιά καθώς περνούσε τα τελευταία του χρόνια σε ένα δεύτερο, νεότερο καμπ που θύμιζε φυλακή, όπου βίωνε μια ολοένα αυξανόμενη απομόνωση και μοναξιά.
Αναρωτιέμαι επίσης γιατί η Υπηρεσία Ασύλου να απαιτεί από κάποιον που ήδη βρισκόταν σε τόσο δύσκολη κατάσταση να δώσει μια σαφή και συνεκτική αφήγηση των όσων του είχαν συμβεί προκειμένου να δικαιολογήσει το αίτημά του· γιατί φαίνεται να μην δόθηκε η δέουσα βαρύτητα στην κατάστασή του· και γιατί το αίτημά του απορρίφθηκε επανειλημμένα.
Ο Μανουέλ* ήταν ένας άνθρωπος της πίστης και συχνά ανέφερε στους άλλους τους στίχους του αγαπημένου του ψαλμού, αλλά με το πέρασμα του χρόνου δεν ένιωθε πλέον ικανός να παρακολουθεί τακτικά τις λειτουργίες. Μου είπαν όσοι τον γνώριζαν καλύτερα ότι όταν πήγαινε στην εκκλησία και ερχόταν στην πόλη, έπρεπε να ξεπεράσει τον φόβο του να εγκαταλείψει την ασφάλεια του κοντέινερ του. Ο εκκλησιασμός ήταν ένα από τα λίγα πράγματα που τον έβγαζαν από το κοντέινερ, από την απομόνωση. Με τα χρόνια, αποτραβιόταν και απομονωνόταν όλο και περισσότερο.
Ο Μανουέλ* έκανε καλά που εμπιστεύτηκε εκείνους τους ανθρώπους που έκαναν ό,τι μπορούσαν για να τον φροντίσουν – είτε ήταν η ψυχολόγος, η δικηγόρος, η κοινωνική λειτουργός ή μέλος της εκκλησίας του, μέλος της κοινότητας ή φίλοι. Όμως, όταν επέλεξε να ταξιδέψει σε μια ευρωπαϊκή χώρα, δεν εμπιστεύτηκε επίσης τις συλλογικές αξίες της κοινωνίας μας, εκείνες τις αξίες που σέβονται την ανθρώπινη ζωή και αξιοπρέπεια και μας καλούν να προστατεύουμε τους ευάλωτους, να θεραπεύουμε όσους και όσες έχουν υποστεί βλάβη; Αυτή η εμπιστοσύνη προδόθηκε από ένα σύστημα που φαίνεται να αποδίδει αυξανόμενη σημασία στην αποτροπή παρά στην αποδοχή, να προκρίνει την ψυχρή αδιαφορία αντί της συμπόνιας, και που ολοένα και περισσότερο φαίνεται να προτιμά την τιμωρία από τη θεραπεία.
Αν υπάρχει κάτι που μου δίνει ελπίδα μέσα στις απελπιστικές συνθήκες του θανάτου του, είναι η αγάπη και το σθένος εκείνων που συγκεντρώθηκαν γύρω του στη ζωή και στον θάνατο, η ήρεμη αξιοπρέπεια του αδερφού του, ο οποίος έκανε το μακρινό και δαπανηρό ταξίδι για να δει τη σορό του και ο οποίος υποστήριξε αλλά και υποστηρίχθηκε από μια κοινότητα σε σοκ μετά τον θάνατό του.
Είναι δική μας ευθύνη τώρα να συνεχίσουμε να υπενθυμίζουμε στους άλλους τις ευθύνες μας απέναντι στους συνανθρώπους μας. Ελάχιστοι από εμάς συντάσσουμε νομοθεσία, ψηφίζουμε νόμους ή εφαρμόζουμε πολιτικές που αποτυγχάνουν να προστατέψουν ανθρώπους όπως ο Μανουέλ*, αλλά ας μην σταματήσουμε ποτέ να τα αμφισβητούμε.
Η υπόθεση του Μανουέλ*
Εισαγωγή
info
Από τον Μάρτιο του 2016 και την εφαρμογή της Κοινής Δήλωσης Ευρωπαϊκής Ένωσης – Τουρκίας μέχρι σήμερα, χιλιάδες άτομα εγκλωβίστηκαν στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου. H εφαρμογή της Κοινής «Δήλωσης» εγκαινίασε μία περίοδο εφαρμογής πειραματικών πολιτικών στον τομέα του ασύλου τόσο για την Ελλάδα όσο και για την Ευρώπη.
Η εφαρμογή της έννοιας της «ασφαλούς τρίτης χώρας» με στόχο την επίτευξη ταχέων απελάσεων προς την Τουρκία, η έλλειψη εγγυήσεων στις διαδικασίες ασύλου και υποδοχής, ο μαζικός και αυτόματος περιορισμός της ελευθερίας των νεοαφιχθέντων ατόμων που ζητούν προστασία σε ένα νέο μοντέλο κέντρων υποδοχής (τα λεγόμενα «hotspots») και η επιβολή του μέτρου του γεωγραφικού περιορισμού, το οποίο συντέλεσε στον μακρόχρονο εγκλωβισμό των προσφύγων σε μικρά νησιά του Ανατολικού Αιγαίου εντός μαζικών καταυλισμών που στερούνταν βασικών προδιαγραφών υγιεινής και ανθρώπινης διαβίωσης, ανεξάρτητα από τις ανάγκες ή τις ευάλωτες καταστάσεις τους, σηματοδότησαν την έναρξη μιας περιόδου πειραματισμών για την ευρωπαϊκή μεταναστευτική πολιτική.
Το μοντέλο αυτό του εγκλεισμού και κοινωνικού αποκλεισμού δημιούργησε de facto τόπους εξορίας, όπου πέρα από τις συστηματικές παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων, προκάλεσε την επανατραυματοποίηση και επαναθυματοποίηση των προσφύγων. Ταυτόχρονα, εμπόδισε την αποκατάσταση ανθρώπων που έχρηζαν προστασίας και σαφώς εξειδικευμένων υποστηρικτικών και θεραπευτικών μέτρων και ιδιαίτερης μέριμνας λόγω της ψυχικής τους κατάστασης.
Η έλλειψη επαρκών δομών και υπηρεσιών ψυχικής υγείας στη χώρα συνέβαλε δραματικά στον εγκλωβισμό και στην περαιτέρω ψυχική ταλαιπωρία των ανθρώπων αυτών, εκθέτοντας τους σε συνθήκες νέας βίας, διακινδύνευσης και περιθωριοποίησης.
Πρόσφατα, σε Κλειστή Ελεγχόμενη Δομή (ΚΕΔ) νησιού του Αιγαίου, ένας άνθρωπος έδωσε τέλος στη ζωή του. O κύριος Μανουέλ*, του οποίου τη νομική εκπροσώπηση είχαμε αναλάβει ως δικηγόροι του RSA, δεν είναι πια μαζί μας. Σήμερα, Παγκόσμια Ημέρα Προσφύγων, αποφασίσαμε να μιλήσουμε για τον άνθρωπο και την ιστορία του.
Στη μνήμη του κ. Μανουέλ*, πρόσφυγα στην Ελλάδα
O κύριος Μανουέλ* βίωσε τις ελλείψεις, τη σκληρότητα και την αμφισβήτηση ενός συστήματος προορισμένου θεσμικά και για να διασφαλίζει την προστασία όσων έχουν ανάγκη και σήμερα δεν είναι πια ανάμεσά μας.
Ο κύριος Μανουέλ* έφτασε σε νησί του Ανατολικού Αιγαίου το 2019 με βάρκα, μαζί με άλλους πρόσφυγες. Ζήτησε προστασία και από τότε παρέμενε στο νησί.
Ο κύριος Μανουέλ*, καταγόμενος από μια περιοχή η οποία μαστίζεται μέχρι σήμερα από ένοπλες συγκρούσεις και εγκλήματα πολέμου κατά αμάχων, ήταν μάρτυρας σοβαρής βίας και της αποτρόπαιης δολοφονίας των γονέων του από ένοπλα σώματα της αντίπαλης φυλής. Μόλις μετά βίας κατάφερε να διαφύγει και να σώσει τη ζωή του. Αν και αρχικά αναζήτησε καταφύγιο αλλού στη χώρα, μαζί με τη γυναίκα του και τα παιδιά του, ήταν, ωστόσο, αδύνατον να κρυφτεί από τους διώκτες του. Καθώς η ζωή του παρέμενε σε κίνδυνο, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χώρα του, και να μεταβεί στην Τουρκία. Στην Τουρκία έζησε σε επισφαλείς συνθήκες και υπέστη επίσης σοβαρή βία.
Στην Ελλάδα έφτασε σε μια ιδιαιτέρως επιβαρυμένη ψυχική κατάσταση. Κατά τη διαδικασία υποδοχής και ταυτοποίησης δεν εντοπίστηκε η ευαλωτότητα του. Ούτε και κατά την αρχική εξέταση της αίτησης ασύλου του ελήφθη υπόψη η ψυχική του κατάσταση. Παρόλο που στη συνέντευξη ασύλου του, που έλαβε χώρα ένα χρόνο μετά την καταγραφή του αιτήματος του, δήλωσε, από την πρώτη στιγμή ότι δεν είναι καλά, ότι τον χτύπησαν, τον βασάνισαν, τον έκλεψαν και του έσπασαν τα δόντια στην Τουρκία, ότι υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας αποτρόπαιων και ανείπωτων εγκλημάτων σε βάρος των γονιών του, η υπάλληλος της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο που διεξήγαγε τη συνέντευξη του, δεν διαπίστωσε «κάποιο στοιχείο, που να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο αιτών χρήζει ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων» και έκρινε ότι «δεν ανέκυψαν ενδείξεις περί ευαλωτότητάς του».
Στη συνέχεια, ο κύριος Μανουέλ* είδε το αίτημα ασύλου του να απορρίπτεται ως αβάσιμο τέσσερις φορές.
Το αρχικό του αίτημα απορρίφθηκε σε πρώτο και δεύτερο βαθμό με ταυτόσημη αιτιολογία. Ως προς το προσφυγικό καθεστώς, τόσο το Περιφερειακό Γραφείο Ασύλου όσο και η Επιτροπή Προσφυγών έκριναν ότι είχε πράγματι, εξαιτίας της κατάστασης ασφαλείας στην επαρχία που διέμενε, βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο, όπως απαιτεί η Σύμβαση της Γενεύης του 1951 για την Προστασία των Προσφύγων. Ωστόσο, κατέληγαν ότι αυτός ο φόβος δεν συνδέεται με κάποιον από τους πέντε λόγους, που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 1Α(2) της Σύμβασης, δηλαδή, τη φυλή, τη θρησκεία, την εθνικότητα, τη συμμετοχή σε κοινωνική ομάδα ή τις πολιτικές πεποιθήσεις, παρά την εξόντωση της οικογένειας του από ενόπλους της αντίπαλης φυλής και παρά το γεγονός ότι ο ίδιος υπήρξε μάρτυρας των σχετικών φυλετικών συγκρούσεων.
Στη συνέχεια, παρόλο που κρίθηκε ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση επικουρικής προστασίας λόγω της σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας του εξαιτίας αδιακρίτως ασκούμενης βίας, εκτιμήθηκε ότι η μετεγκατάσταση του στην πρωτεύουσα της χώρας του θα ήταν εφικτή και εύλογη. Τόσο η Επιτροπή Προσφυγών όσο και το Περιφερειακό Γραφείο Ασύλου θεώρησαν ότι πρόκειται για νέο υγιή, αρτιμελή άνδρα σε παραγωγική ηλικία, ο οποίος θα μπορούσε να μετεγκατασταθεί στην πρωτεύουσα και για τον λόγο αυτό, απέρριψαν την αίτηση του.
Όσο διαρκούσε η εξέταση της αρχικής αίτησης ασύλου του σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, ο κύριος Μανουέλ* πληροφορήθηκε τον θάνατο της γυναίκας και των παιδιών του και η κατάσταση της υγείας του σημείωσε δραματική επιδείνωση. Νοσηλεύτηκε εσπευσμένα στην ψυχιατρική κλινική του τοπικού νοσοκομείου δύο φορές. Η δεύτερη νοσηλεία του μάλιστα έλαβε χώρα λίγες μέρες πριν τη συζήτηση της προσφυγής του, χωρίς η Επιτροπή να λάβει γνώση της νοσηλείας του και της επιδεινωμένης ιατρικής του κατάστασης.
Το νέο μεταγενέστερο αίτημα, το οποίο υπέβαλε στη συνέχεια, απερρίφθη εκ νέου από το Περιφερειακό Γραφείο Ασύλου παρά το γεγονός ότι είχε υποβληθεί αίτημα αξιολόγησης της ευαλωτοτητας του στην Υπηρεσία Υποδοχής και Ταυτοποίησης και εκκρεμούσε η σχετική διαδικασία.
Η δε συνακόλουθη αναγνώριση της ευαλωτότητας του από το τότε αρμόδιο κλιμάκιο του ΕΟΔΥ στο ΚΥΤ ως άτομο που εμπίπτει στην κατηγορία «θυμάτων βασανιστηρίων, βιασμού ή άλλης μορφής ψυχολογικής, σωματικής ή σεξουαλικής βίας» καθώς και η υποβολή σειράς ιατρικών εγγράφων που βεβαίωναν την εξαιρετικά επιβαρυμένη ψυχική του κατάσταση ως άτομο με καταθλιπτικό σύνδρομο με αυτοκτονικό ιδεασμό, δεν θεωρήθηκαν από την Επιτροπή που εξέτασε τη νέα προσφυγή του, ως ουσιώδη στοιχεία αρκετά να ανατρέψουν την κρίση της για τη δυνατότητα μετεγκατάστασης του. Ούτε και η πρόσφατη δολοφονία της συζύγου και των τέκνων του ελήφθη υπόψη. Η Επιτροπή επανέλαβε ότι ο κύριος Μανουέλ* είναι «νέος, αρτιμελής σε παραγωγική ηλικία» προσθέτοντας ότι «δεν αποτελεί πρόσωπο ιδιαίτερου ενδιαφέροντος».
Τη σειρά των ατυχών κρίσεων της ελληνικής διοίκησης, ανέκοψε, ευτυχώς, το καλοκαίρι του 2025 το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, ενώπιον του οποίου προσφύγαμε κατά της τελευταίας απορριπτικής απόφασης της Επιτροπής Προσφυγών, υπενθυμίζοντας την υποχρέωση των διοικητικών αρχών να αιτιολογούν επαρκώς τις αποφάσεις τους.
Το Δικαστήριο δέχτηκε την αίτηση ακύρωσης και έκρινε ότι η απόφαση της Επιτροπής Προσφυγών στερούνταν νόμιμης αιτιολογίας καθώς η Επιτροπή απέρριψε το αίτημά του κυρίου Μανουέλ* χωρίς να λάβει καθόλου υπόψη της την αναγνώριση του ως ευάλωτου ατόμου, θύματος βίας. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η απόφαση δεν προσδιόριζε «τους λόγους για τους οποίους τα προσκομισθέντα από τον αιτούντα έγγραφα και οι προκύπτουσες εξ αυτών διαπιστώσεις (ψυχιατρικό πρόβλημα που χρήζει συνεχούς ψυχιατρικής παρακολούθησης και φαρμακευτικής αγωγής), παρότι χαρακτηρίζονται ως νέα στοιχεία από την Επιτροπή, δεν παρίστανται ουσιώδη, ήτοι ικανά να επηρεάσουν την κρίση επί της αίτησης για παροχή διεθνούς προστασίας».
Η υπόθεση επέστρεψε πίσω στην Επιτροπή για νέα κρίση έξι και πλέον χρόνια μετά την υποβολή του αρχικού αιτήματος του.
Τελικά, η δικηγόρος του εμφανίστηκε ενώπιον της Επιτροπής για να αναγγείλει τον θάνατο του δια της αυτοκτονίας μόλις τέσσερις μέρες πριν την εκ νέου συζήτηση της προσφυγής του. Δεν υπήρχε πλέον ανάγκη ο κύριος Μανουέλ* να αποδείξει ότι είναι «πρόσωπο ιδιαίτερου ενδιαφέροντος».
Ο κύριος Μανουέλ* έζησε σε νησί του Αιγαίου για πάνω από 6 χρόνια, το μεγαλύτερο διάστημα χωρίς έγγραφα και χωρίς πρόσβαση σε βασικά δικαιώματα, παλεύοντας με τα προσωπικά του τραύματα και ταυτόχρονα προσπαθώντας να πείσει τις αρχές για τα ανεξίτηλα σημάδια της ψυχικής και σωματικής βίας πάνω του.
Η αυτοκτονία του κυρίου Μανουέλ* αποτελεί μια δραματική έκκληση: Πίσω από τις απάνθρωπες πολιτικές διαχείρισης της μετανάστευσης, τους χώρους εγκλωβισμού και τις διοικητικές κρίσεις που παραβλέπουν την ευθύνη προστασίας, βρίσκονται άνθρωποι με πραγματικές ιστορίες απώλειας, βίας, πόνου και εκτοπισμού. Έτσι, αποτελεί μια θλιβερή υπενθύμιση ότι το προσφυγικό δίκαιο δεν αφορά αφηρημένες κατηγορίες ή αριθμούς, αλλά ανθρώπους των οποίων η αξιοπρέπεια και τα δικαιώματα οφείλουν να βρίσκονται στο επίκεντρο κάθε διοικητικής και δικαστικής κρίσης.
Καλό ταξίδι κύριε Μανουέλ*.
Το Ευρωπαϊκό Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Άσυλο, που η εφαρμογή του στην Ελλάδα ψηφίστηκε στις 9 Ιουνίου και από τις 12 Ιουνίου τέθηκε σε εφαρμογή σε όλη την ΕΕ, θεσμοθετεί και επεκτείνει σε ευρωπαϊκό επίπεδο πολλά από τα στοιχεία αυτού του μοντέλου: κράτηση στα σύνορα, επιταχυνόμενες διαδικασίες, περιορισμένες εγγυήσεις. Πάγια θέση της RSA είναι ότι το Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Άσυλο συνιστά ανεπίτρεπτη οπισθοδρόμηση των ελάχιστων εγγυήσεων στον τομέα του ασύλου, που αποδυναμώνει τα δικαιώματα των προσφύγων, κατά παράβαση διεθνών και ενωσιακών κανόνων δικαίου. Μπορείτε να διαβάσετε εδώ κάποιες βασικές ερωτήσεις και απαντήσεις για τη μεταρρύθμιση, και εδώ οι παρατηρήσεις που καταθέσαμε ως RSA πάνω στον πρόσφατα ψηφισθέντα νόμο για την εφαρμογή του Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Άσυλο στην Ελλάδα.
*Το όνομα του ανθρώπου έχει αλλάξει για λόγους προστασίας της ιδιωτικής ζωής. Η ανωνυμοποιημένη εκδοχή του κειμένου δημοσιοποιείται με τη σύμφωνη γνώμη μέλους της οικογένειάς του.
















