#StopTheToxicDeal ΕΥΑΛΩΤΟΤΗΤΑ

Η «Υποστήριξη Προσφύγων στο Αιγαίο» (RSA) και το PRO ASYL στο πλαίσιο της εκστρατείας #StopTheToxicDeal δημοσιεύουν το τρίτο θέμα, το οποίο αφορά στην ευαλωτότητα.

ΕΥΑΛΩΤΟΙ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ ΕΚΤΕΘΕΙΜΕΝΟΙ ΣΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΘΡΩΠΗ «ΣΥΜΦΩΝΙΑ»

#StopTheToxicDeal

Η δήλωση – «συμφωνία» Ε.Ε-Τουρκίας τον Μάρτιο του 2016, οι επίμονες πιέσεις της Ε.Ε για άμεση εφαρμογή της και το άμεσο απότοκο της – ο  εγκλωβισμός χιλιάδων προσφύγων στα νησιά του Αιγαίου σε συνδυασμό με τη νέα ταχύρρυθμη διαδικασία των συνόρων, επιδείνωσαν δραματικά τις ήδη υφισταμένες δυσλειτουργίες και ανεπάρκειες του συστήματος εντοπισμού, διάγνωσης και αποκατάστασης των ευάλωτων προσφύγων που φτάνουν στα νησιά του Αιγαίου.  Άμεση συνέπεια όλων αυτών είναι ότι πολλοί πρόσφυγες  που ανήκουν σε ευάλωτες ομάδες όπως ασυνόδευτοι ανήλικοι, άνθρωποι με σοβαρά προβλήματα υγείας, άνθρωποι που χρήζουν ψυχοκοινωνικής στήριξης,  θύματα βασανιστηρίων ή άλλων μορφών βίας,  δεν  εντοπίζονται από τις αρμόδιες Αρχές.

Επιπλέον, οι τραγικές συνθήκες στους προσφυγικούς καταυλισμούς και ο εγκλωβισμός μεγάλου αριθμού προσφύγων στα νησιά δημιουργούν νέες ευαλωτότητες ή επιτείνουν τις ήδη υπάρχουσες.

Ο μη εντοπισμός και διάγνωση της ευαλωτότητας δεν έχει μόνο επιπτώσεις στη υγεία και την αποκατάσταση των προσφύγων, αλλα και στον τρόπο και την ποιότητα εξέτασης του αιτήματος διεθνούς προστασίας τους και παίζει αποφασιστικό ρόλο στο αν θα επιστραφούν ή όχι στην Τουρκία. Πιο συγκεκριμένα, οι πρόσφυγες που εντοπίζονται και χαρακτηρίζονται  σύμφωνα με το νόμο ως ευάλωτοι, εξαιρούνται από την ταχύρρυθμη διαδικασία των συνόρων και  ην εξέταση του «παραδεκτού» του αιτήματός τους υπό το πρίσμα της «ασφαλούς» τρίτης χώρας,  όπως συμβαίνει στην περίπτωση των Σύριων. Βάσει αυτών των εξαιρέσεων, αίρεται στο πρόσωπό τους ο γεωγραφικός περιορισμός και τους επιτρέπεται τελικά να ταξιδέψουν στην ενδοχώρα.

Η ‘Υποστήριξη Προσφύγων στο Αιγαίο’ παρατηρεί επίσης, ότι η πολιτική απαίτηση εφαρμογής του πειραματικού αυτού μοντέλου επανεισδοχής στην Τουρκία  δεν επέφερε μόνο επιδείνωση της λειτουργίας του συστήματος εντοπισμού ευαλωτότητας και αποκατάστασης, αλλά οδήγησε και στη δημιουργία μίας νέας κατηγορίας προσφύγων, πλέον «ευάλωτης»: είναι οι πρόσφυγες που είτε  έχουν κάποια ευαλωτότητα που δεν εμπίπτει στις προβλεπόμενες από το νόμο περιπτώσεις, είτε δεν έχουν καμία ευαλωτότητα. Αυτή η κατηγορία προσφύγων παραμένει εγκλωβισμένη στα νησιά του Αιγαίου, τα αιτήματα τους εξετάζονται με μειωμένες διαδικαστικές εγγυήσεις στο πλαίσιο της διαδικασίας των συνόρων, χωρίς ενδελεχή εξέταση, και κινδυνεύουν να επιστραφούν στην Τουρκία με συνοπτικές διαδικασίες.  Έτσι, οι Σύριοι αιτούντες παρά την πραγματική ευαλωτότητά τους – κινδυνεύουν να επιστραφούν στην Τουρκία επειδή τα αιτήματα τους απορρίπτονται ως «απαράδεκτα», κρίνοντας την Τουρκία ως ‘ασφαλή τρίτη χώρα’ ενώ οι αιτούντες από άλλες εθνικότητες κινδυνεύουν επίσης με επανεισδοχή στην Τουρκία στην περίπτωση που απορριφθεί το αίτημα ασύλου στις προαναφερθείσες διαδικασίες.

Οι επαναπροωθήσεις στα σύνορα, η κράτηση, η κακομεταχείριση, η  εκμετάλλευση, η εξαθλίωση και ο ρατσισμός που έχουν υποστεί οι πρόσφυγες στην Τουρκία δεν θεωρούνται σημαντικά στοιχεία που πρέπει να ληφθούν υπόψη απο τις Αρχές εξέτασης ασύλου στην Ελλάδα και αγνοούνται συστηματικά. Τέλος, παραβλέπεται το ανεπαρκές νομοθετικό καθεστώς, οι δομικές και συστημικές ελλείψεις προστασίας προσφύγων, η εν γένει πολιτική κρίση καθώς και η κατάσταση των ατοµικών και πολιτικών δικαιωµάτων στη Τουρκία αλλά και την ευρύτερη περιοχή.

Η ΡΟΥΛΕΤΑ ΤΗΣ ΕΥΑΛΩΤΟΤΗΤΑΣ – Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ Μ*

Ο Μ* είναι 27 ετών πρόσφυγας από τη Συρία και έφτασε στην Λέσβο το καλοκαίρι του 2016 μαζί με τη μητέρα του και την αδερφή του με την οικογένειά της. Μετά την άφιξή τους, όλη η οικογένεια ζήτησε διεθνή προστασία.

Ο Μ* βίωσε πολλά τραυματικά γεγονότα τόσο στην Συρία όσο και την προσπάθειά του να φθάσει σε μία ασφαλή χώρα και ως συνέπεια όλων αυτών υποφέρει από σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα. Στην Συρία, σκοτώθηκε ο πατέρας του, η σύζυγος και το παιδί του και ο ίδιος κρατήθηκε σε απομόνωση από τον έξω κόσμο και βασανίστηκε από τις κυβερνητικές Αρχές.

Όταν εγκατέλειψε τη Συρία μαζί με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του και προσπαθώντας να διασχίσει την Τουρκία και να βρει ασφάλεια, υπήρξε θύμα πολλαπλών παραβιάσεων των δικαιωμάτων του από τις τουρκικές αρχές όπως επαναπροωθήσεις, ξυλοδαρμούς, αυθαίρετη κράτηση και έλλειψη κάθε μορφής προστασίας. Ο Μ* περιέγραψε τον φόβο που βίωσε στην Τουρκία: «Στην Τουρκία  ζούσα  με  τον φόβο ένοιωθα  συνεχώς  απειλή και εγώ και η μητέρα  μου».

Μετά από όλες αυτές τις τραυματικές εμπειρίες ο Μ* και η μητέρα του ήρθαν αντιμέτωποι με τις άθλιες συνθήκες στον προσφυγικό καταυλισμό της «Μόριας». Ο Μ* περιέγραψε τις εμπειρίες του στους ερευνητές της «Υποστήριξης»: «Έμεινα  τόσο καιρό στην Μόρια  χωρίς κανείς να μπορεί να μου πει γιατί…. Περάσαμε πολύ άσχημα  στην Μόρια… Όταν έπιασε  φωτιά  στην Μόρια  αναγκάστηκα  να κοιμηθώ  στον δρόμο… ποτέ πριν δεν ήμουν άστεγος»

Η μία και μοναδική συνέντευξη ασύλου του έγινε από χειριστή της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο (EASO) και περιορίστηκε στο να εξετάσει το παραδεκτό της αίτησης του και πιο συγκεκριμένα αν η Τουρκία είναι ‘ασφαλής τρίτη χώρα’ για τον Μ*. Σύμφωνα με την συνέντευξη αυτή, ο υπάλληλος της EASO αξιολόγησε και την ευαλωτότητα του αιτούντος, και με λίγες γραμμές ως αιτιολογία κατέληξε ότι ο Μ* δεν είναι ευάλωτη περίπτωση. Η απόφαση αυτή λήφθηκε χωρίς ο Μ* να παραπεμφθεί και να εξεταστεί από κάποια αρμόδια η εξειδικευμένη υπηρεσία πρώτης υποδοχής ή εξειδικευμένη ψυχοκοινωνική μονάδα ή γιατρό ή ψυχολόγο προκειμένου να διαγνωστεί η ευαλωτότητά του και η ιδιότητά του ως θύματος βασανιστηρίων.

Μετά τον χαρακτηρισμό του ως μη ευάλωτου, το αίτημα ασύλου του Μ* εξετάστηκε με την «υπερ» ταχύρρυθμη διαδικασία των συνόρων και μόνο ως προς το παραδεκτό της αίτησής του και απορρίφθηκε στον πρώτο βαθμό με το σκεπτικό ότι η Τουρκία είναι «ασφαλής τρίτη χώρα» για αυτόν. Με το ίδιο σκεπτικό, η αρμόδια Επιτροπή Προσφυγών απέρριψε την προσφυγή του κατά της αρχικής απόφασης επί του «παραδεκτού». Σύμφωνα με την απόφαση της Επιτροπής Προσφυγών, όλα όσα ο Μ* είχε υποφέρει στη Συρία δεν ενδιέφεραν πλέον τις αρμόδιες αρχές εξέτασης του αιτήματος ασύλου, αφού δεν αφορούσαν την κατάσταση στην Τουρκία, ενώ τα όσα είχε υποστεί στην Τουρκία κρίθηκαν ως μη ουσιώδη. Την ίδια τύχη είχε και το αίτημα ασύλου της ηλικιωμένης μητέρας του.

O φόβος της επιστροφής σε μια μη ασφαλή χώρα είναι πια η καθημερινότητα του Μ* και της μητέρας του. Ο Μ* μας είπε: «Τώρα κοίτα  πως  καταντήσαμε, τώρα  δεν περιμένουμε να πάρουμε  το άσυλο, τώρα είμαστε  ευχαριστημένοι όταν καταφέρνουμε να  ανανεώσουμε  το τρίπτυχο[1]. Και ας  έχει κόκκινη σφραγίδα[2]. Μήνα με τον μήνα ζούμε με τον φόβο. Κάθε φορά όταν πλησιάζουν οι μέρες  παθαίνω κρίσεις πανικού και γω και η μητέρα  μου. Όλοι ρωτάνε τι πάθαμε? Δεν μπορώ να το αντιμετωπίσω. Και μετά ησυχάζω, παίρνω ανάσα για ένα μήνα  μέχρι την επόμενη φορά.»

Σε αντίθεση με τον Μ* και την ηλικιωμένη μητέρα του που συνεχίζουν να βρίσκονται εγκλωβισμένοι στη Λέσβο με κίνδυνο άμεσης απέλασης, η αδερφή του Μ* και η οικογένειά της αξιολογήθηκαν ως ανήκοντες σε ευάλωτη κατηγορία προσφύγων. Έτσι, το αίτημά τους εξετάστηκε κατευθείαν επί της ουσίας και σήμερα είναι αναγνωρισμένοι πρόσφυγες στην Αθήνα κατόπιν άρσης του γεωγραφικού περιορισμού τους.

*Τα στοιχεία του πρόσφυγα έχουν αλλαχθεί για να διατηρηθεί η ανωνυμία του

[1] δελτίο αιτούντος διεθνή προστασία που χορηγείται στον M. και την μητέρα του μετά από έκδοση προσωρινής διαταγής και μέχρι την εκδίκαση της αίτησης αναστολής και ακύρωσης επί της απορριπτικής απόφασης ασύλου από το αρμόδιο Διοικητικό Δικαστήριο.
[2] Γεωγραφικό περιορισμό στο νησί της Λέσβου

«Το 2017, οι ομάδες των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στη Λέσβο παρακολούθησαν 275 ανθρώπους που υπήρξαν θύματα βασανιστηρίων, εκ των οποίων οι 131 (σχεδόν το 50%) χρήζουν αποκατάστασης και παραπέμφθηκαν σε εξειδικευμένο κέντρο  στην Αθήνα. Ωστόσο, τα δύο τρίτα από αυτές τις περιπτώσεις δεν έχουν ακόμη μεταφερθεί στην ενδοχώρα, λόγω του γεωγραφικού περιορισμού που τους έχει επιβληθεί ή λόγω  έλλειψης χώρου στις δομές  διαμονής στην Αθήνα. Η πλειοψηφία τους εξακολουθεί να ζει στην Μόρια, όπου οι συνθήκες είναι αναμφίβολα επιβαρυντικές για τις ιατρικές  και ψυχολογικές τους ανάγκες. Ο επιπολασμός των θυμάτων βασανιστηρίων είναι πιθανόν πολύ μεγαλύτερος στο συγκεκριμένο πληθυσμό και γι’ αυτό πιστεύουμε ότι υπάρχουν πολλοί ακόμη που πάσχουν από αυτό τον “αόρατο” πόνο. Οι  λίστες αναμονής  για τους ψυχολόγους και τους γιατρούς μας στη Λέσβο είναι πολύ μεγάλες.

Το τελευταίο τρίμηνο του 2017, παρατηρήσαμε μια τεράστια αύξηση του αριθμού των ασθενών που χρειάζονται ψυχολογική και ψυχιατρική υποστήριξη, με περισσότερους από 200 νέους ψυχιατρικούς ασθενείς  μόνο τον Οκτώβριο και τον Νοέμβριο. Στην μεγάλη τους πλειοψηφία παραπέμφθηκαν από άλλους φορείς της Mόριας. H PTSD (Διαταραχή Μετατραυματικού Stress) είναι η πιο συνηθισμένη διάγνωση μεταξύ αυτών των ασθενών. Ο συγκεκριμένος πληθυσμός έχει βιώσει μεγάλης έκτασης βία και τραύματος στις χώρες καταγωγής του καθώς και στο πέρασμα τους  στην Ευρώπη. Ωστόσο, οι συνθήκες διαβίωσης στη Μόρια – που προσθέτουν υψηλά επίπεδα φόβου, άγχους και αβεβαιότητας σε αυτούς τους ήδη τραυματισμένους ανθρώπους – οδηγούν σε επιπλέον στρώματα επιπλεγμένου τραύματος.

Η μόνη υπεύθυνη διαχείριση μιας τέτοιας ευάλωτης ομάδας είναι να εξασφαλιστεί η μεταφορά τους στην ηπειρωτική χώρα, όπου υπάρχουν περισσότερες δυνατότητες πρόσβασης σε κατάλληλη φροντίδα στο πλαίσιο ενός ασφαλούς περιβάλλοντος».

Louise Roland-Gosselin, Επικεφαλής Αποστολής, Γιατρών Χωρίς Σύνορα OCB, Ελλάδα

«Σε μια χώρα όπου έτσι κι αλλιώς η Πρωτοβάθμια Φροντίδα -και της Ψυχικής- Υγείας έχει πολύ σοβαρές ελλείψεις, είναι αναμενόμενο πως οι υποστελεχωμένες νοσοκομειακές δομές των νησιών θα υπερφορτωθούν. Πολλές φορές, οι συνάδελφοι/ισσες του πεδίου μπροστά στο αδιέξοδο που βιώνουν σε σχέση με την ψυχοκοινωνική στήριξη, επιλέγουν ως έσχατη λύση την παραπομπή στον/ην νοσοκομειακό/ή ψυχίατρο και η έλλειψη υποστηρικτικού πλαισίου (σπίτι, συγγενείς, φίλοι, δουλειά κλπ) συχνά οδηγεί μέχρι και στην ακούσια νοσηλεία.

Αυτή η ψυχιατρικοποίηση της προσφυγιάς, είναι εξαιρετικά προβληματική, για οικονομικούς, επιστημονικούς αλλά κυρίως ηθικούς λόγους. Είναι μια σοβαρή οπισθοχώρηση σε επίπεδο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.»

Κωνσταντίνα Κράνου κοινωνική λειτουργός, ειδικευμένη στην ψυχοτραυματολογία, συνεργάτιδα του RSA

#StopTheToxicDeal

Παρόμοιες Ειδήσεις